Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μελισσοφάος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

τo αποδημητικό πουλί μελισσοφάγος [μέρωψ ο μελισσοφάγος (merops apiaster)]

Ετυμολογία:

μέλισσα+φάω (<τρώγω) μέρουππος

Συνώνυμα:

Νέρουππος (ο)