Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μερέζα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το ένδυμα. 2. διάφανο ύφασμα. 3. βλ. κουρούκλα (η μαντίλα).

Συνώνυμα:

Κουρουκλίν (το), Μαντήλα, Τσ̌εμπέριν, Τσιμπέριν (το)