Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Μερέζα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. το ένδυμα. 2. διάφανο ύφασμα. 3. βλ. κουρούκλα (η μαντίλα).
Συνώνυμα:
Κουρουκλίν (το), Μαντήλα, Τσ̌εμπέριν, Τσιμπέριν (το)