Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μερρέχα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καγκρίν (το μυροδοχείο, ειδικό δοχείο για τη φύλαξη του μύρου).

Συνώνυμα:

Καντρίν (το), Πολλέττα (η)