Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μερσινιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αειθαλές δέντρο ή θάμνος με λευκά εύοσμα άνθη στη μασχάλη των φύλλων, η μυρτιά.