Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μαράντζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το μαραγκιασμένο (για φυτά). 2. το μαραμένο (για λουλούδια, φρούτα, λαχανικά). 3. μτφ. ο ζαρωμένος.