Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μούστρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μόστρα (1. το μπροστινό μέρος. 2. η βιτρίνα, επίδειξη πράγματος ή έργου. 3. μτφ. η μούρη, πρόσωπο ανθρώπου, ειρωνικά ή μειωτικά).