Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μπαξ̌ιώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. δίνω εντολή σε κάποιον να διεκπεραιώσει κάτι. 2. φορτώνω τα καθήκοντά μου σε άλλον. 3. επιβάλλω.

Συνώνυμα:

Μπεττάρω, Παξ̌ιώννω, Πεττάρω