Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μπλέκω »

Ρήμα

Σημασία:

1. πλέκω. 2. βλ. μπερτεύκω (1. μπερδεύω. 2. μπουρδουκλώνω. 3. συγχέω. 4. αναμειγνύω).