Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μπλεπούμενος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. αμπλεπούμενος (1. ο θεατός. 2. αυτός που κοιτάζει, που βλέπει).

Συνώνυμα:

Μπλεπάμενος, -η, -ον