Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μυλοτρόσ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο μυλόλιθος, καθεμιά από τις κυλινδρικές πέτρες του μύλου ανάμεσα στις οποίες αλέθεται το σιτάρι κτλ.