Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ναρκοδόντας, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. αναρκοδόντας (ο αραιοδόντης).

Συνώνυμα:

Αραιοδόντας