Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νεμίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ανεμίζω (διαχωρίζω τα σιτηρά από τα άχυρα).

Συνώνυμα:

Λιγνίζω