Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νερόκαυλος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. νεροκαύλιν (1. φαγώσιμο αγριόχορτο. 2. η εύκαπτη παραφυάδα. 3. μτφ. ο ψηλόλιγνος).