Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μισοκκέρτης, -ισσα, -ικον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μεσοκκέρτης (1. ο ελλιπής. 2. ο αναποφάσιστος. 3. ο δειλός. 4. ο μουλωχτός. 5. ο ασθενής. 6. ο λινοβάμβακος, ο κρυπτοχριστιανός. 7. ο ελαφρά άρρωστος).