Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μνουσ̌ίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. μιουσ̌ίζω (μουνουχίζω, προκαλώ ευνουχισμό σε άντρα ή ζώο).