Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μοιρασκιάρης, -ισσα, -ικον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μοιρασκέρης (1. ο μεριδιούχος. 2. αυτός που αποκτά περιουσιακό στοιχείο με κληρονομιά).