Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μοναξ̌ιασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο μοναχικός. 2. ο απομονωμένος.

Συνώνυμα:

Μονόψυχος, -η, -ον