Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μονόξυλος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο αλύγιστος, με ίσιο και τεντωμένο σώμα 2. ο ξεπαγιασμένος.

Συνώνυμα:

Μονοτάξαρος, Πόξυλος, -η, -ον