Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μονόπυρος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο φούρνος ή άλλο υλικό που με μια πυρά ψήνει τα ψωμιά ή κατασκευάζει κάτι άλλο όπως π.χ. «καρφίν μονόπυρον», το κατασκευασμένο δηλαδή από σιδηρουργό με μια μόνο πυράκτωση, άνθρωπος ευέξαπτος, κάνει βιαστικές δουλειές. 2. μτφ. ο ανυπόμονος.

Ετυμολογία:

μονός+πυρ

Ειδικές φράσεις:

«εν σαν τον φούρνον τον μονόπυρον» (λέγεται για κάποιον που είναι πολύ αψόθυμος και απόος, που εξάπτεται μονομιάς)