Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μότης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο εκτιμητής του φόρου στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. 2. μτφ. ο αξιολογητής.