Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μουλλάκκας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βριχτός (ο αθόρυβος, ο σιωπηλός).

Συνώνυμα:

Μούλλακκος (ο), Μουλλός, -ή, -όν, Μουλλωμένος, -η, -ον, Μουλλωτός, -ή, -όν