Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ντζανίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ζανίν (ο ίκτερος).

Συνώνυμα:

Ντζανίν (το), Ανεμόζανον (το)