Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ντζ̌ιντζ̌ιριά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

προϊόν αγριόδεντρου.

Συνώνυμα:

Τζ̌ιντζ̌ιριά (η)