Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ντζ̌ισμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

αυτού που του έχει ασκηθεί επίδραση στη διαμόρφωση του πνευματικού ή ψυχικού του κόσμου.