Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηκλειώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηκλειδώννω (ξεκλειδώνω, απασφαλίζω).

Συνώνυμα:

Ποκλειδώννω, Ποκλειώννω