Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηκοτσ̌ινιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

γίνομαι κόκκινος, εξάπτομαι.

Συνώνυμα:

Ξηκοτσ̌ινίζω