Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηλοούμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηλοϊζουμαι (1. ξελογιάζομαι. 2. ξεμυαλίζομαι. 3. σαγηνεύομαι. 4. παρασύρομαι).