Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξημμάθκιασμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το ξεμάτιασμα. 2. όταν βγάζουμε το μάτι που έχουμε βάλει στο δέντρο.