Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξημπλέκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξεμπλέκω (1. ξεκαθαρίζω, ξεδιαλύνω. 2. ξεμπερδεύω. 3. απομακρύνομαι. 4. κανονίζω).