Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Νύχος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
βλ. νυσ̌ιά (1. οι βελόνες του πεύκου. 2. το γρατζούνισμα).
Συνώνυμα:
[πληθ. Νυσ̌ιές, Νύσ̌οι (οι)]