Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νύχος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. νυσ̌ιά (1. οι βελόνες του πεύκου. 2. το γρατζούνισμα).

Συνώνυμα:

[πληθ. Νυσ̌ιές, Νύσ̌οι (οι)]