Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξαμώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. βλ. αναμώννω (1. σηκώνω το χέρι μου ψηλά για να κτυπήσω κάποιον. 2. τεντώνω. 3. στοχεύω). 2. παίρνω μέτρο σύγκρισης.

Συνώνυμα:

Aξαμώννω