Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ξεραντζ̌ιασμένος, -η, -ον »
Μετοχή
Σημασία:
βλ. ξεραγγιανός (1. ο ξεραγκιανός, ο λιπόσαρκος. 2. ο ξεραμένος. 3. ο στεγνός).
Συνώνυμα:
Ξεραγγιάρης, -α, -ικον, Ξεραδκιανός, -ή, -όν, Ξεραντζ̌ιάρης, -α, -ικον, Ξερατζ̌ιανός, -ή, -όν, Ξερόπαστος, -η, -ον