Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξερόβολον (το) »

Επίθετο

Σημασία:

1. η γη που έχει καλλιεργηθεί χωρίς να έχει βρέξει και είναι ξηρή. 2. όταν κάποιος πίνει αλκοολούχο ποτό ασυνόδευτο.