Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξερογλείφουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

1. ξερογλείφομαι, γλείφομαι λαχταρώντας να φάω κάτι που βλέπω. 2. μτφ. με καταλαμβάνει πόθος απόλαυσης.