Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξεσ̌έζω »

Ρήμα

Σημασία:

ξεχέζω, λέω πολλές βρισιές σε κάποιον.

Συνώνυμα:

Ξησ̌έζω