Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νεροούφας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. λούρουππας (1. ο αγωγός, κυρίως υπόγειος, για βρόμικα νερά. 2. η καμινάδα).

Συνώνυμα:

Νερορούφας, Ρυσ̌ιώνας (ο)