Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νερόφκυαρον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. νεροφκυαρκά [το εργαλείο (φτυάρι) με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για καθάρισμα των αυλακιών].