Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οξινούιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. ξινίδιν (αγριόχορτο με ξινή γεύση στο κοτσάνι). 2. το λεμονάκι.

Συνώνυμα:

Ξινίιν, Ξινούιν (το)