Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οξ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η οξιά. Φυλλοβόλο δέντρο με λεπτά πράσινα μυτερά και ωοειδή φύλλα, λείο και γκρίζο κορμό και μικρούς καρπούς.

Ετυμολογία:

αρχαία ελληνική ὀξύα