Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ορόσπα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ξηβιλλίστρα (η πόρνη, η πρόστυχη).

Ετυμολογία:

orospu (τουρκ.) = σκύλα

Συνώνυμα:

Βιλλοκαταλίστρα, Κούρβα, Οροσπού, Πολιτιτζ̌ή, Πουτάνα, Σ̌αρμούττα, Σπαστριτζ̌ή, Τσ̌ούλλα (η)

Ειδικές φράσεις:

Υβριστικά: Λάμνε ρε γιε της ορόσπας