Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οσ̌σ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. νοσ̌σ̌ιά (1. ο ίσκιος. 2. η αντανάκλαση).