Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ουσ̌σ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το καβαλίκεμα για παιδάκια.

Συνώνυμα:

Ουσ̌σ̌ίν (το)