Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ουσ̌σ̌ίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. ουσ̌σ̌ιά (το καβαλίκεμα για παιδάκια). 2. το γαϊδούρι.