Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ούτσ̌αλης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο πειρατής. 2. μτφ. α) αυτός που τρώει πολύ και σε συνεχή βάση. β) όταν κάποιος τρώει υπερβολικά.

Ειδικές φράσεις:

"Έφαεν τον ούτσαλην του" (=Έφαγε τον περίδρομο, έφαγε μέχρι σκασμού)