Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οφκαιρκά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το κενό, ο διαθέσιμος χρόνος. 2. η δυνατότητα.

Συνώνυμα:

Οφτζ̌αιρκά (η)