Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Όφκαιρος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο διαθέσιμος, ο κενός.

Συνώνυμα:

Όφτζ̌αιρος, -η, -ον