Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οψιμάρκα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. εψιμάριν (1. το στερνοπούλι, ο βενιαμίν. 2. ζώο που άργησε να γεννηθεί).

Συνώνυμα:

Οψιμάριν (το), [πληθ. Εψιμάρκα (τα)]