Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. εκτελώ. 2. υποκρίνομαι. 3. βαράω μουσικό όργανο. 4. τζογάρω. 5. ταλαντεύομαι. 6. παιχνιδίζω.