Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παίξιμον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. παιξίμιν (το παιγνίδι). 2. το παίξιμο κάποιου μουσικού οργάνου. 3. ο πυροβολισμός.