Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παλιώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. βλ. παλιυνίσκω (παλιώνω, φθείρομαι από τη συνεχή χρήση ή την πολυκαιρία). 2. αγωνίζομαι, παλεύω.